Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

Το Φθινόπωρο τότε


Το Φθινόπωρο τότε.
 Γεωργίου Αθ. Δαλαμάγκα. Γιατρού Καρδιολόγου.

          Καλώς ήρθε το παλικάρι μου, με καλωσόρισε καταχαρούμενη η μάνα μου, μόλις με είδε να δρασκελίζω το σκαλοπάτι της εισόδου της αυλής μας φορτωμένος με τ’ άπλυτά μου. Άνοιξε διάπλατα την αγκαλιά της και μ’ έσφιξε με λαχτάρα. Δευτερόλεπτα πριν με είχε υποδεχτεί με χαρούμενα γαβγισματάκια, κουνήματα και γλειψίματα ο Λέων, που τώρα στριφογύριζε  χαρούμενος γύρω μας, κουνώντας συνεχώς πέρα δώθε την ουρά του και κάνοντας και κάποια σάλτα πάνω μας, να γίνει κι εκείνος ένα μαζί μας, όσο εγώ και η μάνα μου στεκόμασταν αγκαλιασμένοι.
            Ήταν απόγευμα Σαββάτου στις αρχές Οκτωβρίου του έτους 195., που για πρώτη φορά επέστρεφα στο σπίτι, ένα μήνα περίπου από τότε που είχα πάει στη Βάλτα για να παρακολουθήσω τα μαθήματα της Πρώτης Γυμνασίου. Περίμενα πως θα είχαν αλλάξει πολλά από τότε που είχα φύγει, αλλά δεν ήταν πολλά ή μάλλον ήταν τα συνηθισμένα που κάθε Φθινόπωρο συνέβαιναν και τα προηγούμενα χρόνια. Σε μένα φάνηκαν πολλά.
            Η αυλή μας είχε αρχίσει να χορταριάζει στις άκρες της  και τα φύλλα της κληματαριάς μας καστανοκίτρινα, μαραμένα και νεκρά,  είχαν πέσει κάτω και κάλυπταν ολόκληρη την επιφάνεια της αυλής, που σκίαζαν στους καλοκαιρινούς μήνες. Η ροδιά μας στη γωνία είχε γίνει μια νυφούλα με τα ολοκίτρινα φύλλα της που δεν ήθελε ακόμα να τα αποχωριστεί. Μόνο η μουσμουλιά δεν είχε πάρει είδηση για τον ερχομό του χειμώνα και διατηρούσε ακόμα καταπράσινα τα φύλλα της και κατακίτρινους τους στυφούς καρπούς της.
            Μ’ άρεσε πολύ τότε το Φθινόπωρο, χωρίς να εξετάσω ποτέ τους λόγους που συνέβαινε αυτό. Τώρα που το σκέπτομαι, βρίσκω μερικούς απ’ αυτούς.
            Είχαν τελειώσει οι πολλές και δύσκολες δουλειές του καλοκαιριού. Όλες οι σοδειές μας βρίσκονταν στις αποθήκες. Σε κάποια δωμάτια  βουνό ήταν το σιτάρι και ένα-δυο καρπούζια ή πεπόνια επέπλεαν στο σωρό του. Η βρώμη, το κριθάρι, το καλαμπόκι και το σουσάμι, χύμα κάτω στο δάπεδο ή στα τσουβάλια είχαν σωρευτεί στην αποθήκη, στο κατώι ή στην καλύβα μας. Το άχυρο είχε αποθηκευτεί στο βάθος της καλύβας, να ’χουν να φάνε τα ζώα μας, ενώ στους μπροστινούς χώρους της, ήταν έτοιμα και τα παχνιά τους. Εκεί θα ξεχειμώνιαζαν, εκεί θα ξεκουράζονταν και θα ανταμείβονταν κι αυτά για  τους κόπους τους. Το κρασί στο κατώι έβραζε μέσα στα βαρέλια, ωριμάζοντας και το τσίπουρο θα γέμιζε σε λίγο τις γυάλινες νταμιτζάνες μας. Το λάδι, όσο δεν είχε ξοδευτεί, ήταν μέσα στα κιούπια και οι τρούφες ελιές στα καδιά τους. Το τυρί καλυμμένο από το γάρο ωρίμαζε μέσα στους γαλβανισμένους τενεκέδες. Το μέλι, ανθόμελο, πευκόμελο ή σουσσουρίσιο ήταν μέσα σε δοχεία έτοιμο για κατανάλωση ή πώληση. Βάζα γεμάτα με ρετσέλια, γλυκά και μαρμελάδες γέμιζαν τα ράφια και τα ντουλάπια του σπιτιού μας. Αρμαθιές από κρεμμύδια κι από σκόρδα κρέμονταν στους τοίχους του κατωγιού και της αποθήκης.  Τα ρόδια και τα κυδώνια μέσα σε πανέρια ή σε καλαθάκια στόλιζαν τα τραπέζια ή δεμένα κι αυτά σε αρμαθιές κοσμούσαν τους τοίχους ή τα ταβάνια του μικρού σαλονιού και των δωματίων.
            Ολόκληρος ο κόπος της χρονιάς ήταν συμμαζεμένος μέσα το σπίτι μας για να βοηθήσει την οικογένεια να ξεχειμωνιάσει αυτάρκης σε αγαθά.
            Ένας άλλος λόγος για τον οποίο μου άρεσε τότε το Φθινόπωρο, που τώρα τον σκέπτομαι, πρέπει να ήταν και η ηρεμία και η χαλάρωση που έβλεπα στο φέρσιμο του πατέρα μου. Ολόκληρο τον χρόνο ο άνθρωπος δεν ησύχαζε καθόλου. Πήγαινε από τη μια δουλειά στην άλλη, ξυπνούσε από τα χαράματα και επέστρεφε κατάκοπος νύχτα. Τον έβλεπα να είναι πάντοτε σκεπτικός, κουρασμένος και συχνά ανήσυχος. Είχε τόσα πολλά στο κεφάλι του, που δεν περνούσαν τότε απ’ το δικό μου μυαλό.  Χαιρόμουν λοιπόν που τον έβλεπα να μην ξυπνάει απ’ τα χαράματα το Φθινόπωρο, αφού τον πρόφταινα να πλένεται και να χτενίζεται, να παίρνει το πρωινό του και να φεύγει για τη δουλειά χωρίς βιασύνη. Ούτε αργούσε το βράδυ να επιστρέψει. Με τον ήλιο επέστρεφε και αισθανόμουν την ικανοποίηση που ένιωθε απ’ τη δουλειά του. Μάλιστα ένα βράδυ μου είπε: «Να ήσουν σήμερα στο χωράφι να νιώσεις τη μοσχοβολιά της χωματίλας της γης μας, καθώς την όργωνα με τ’ αλέτρι και να μυρίσεις την ευωδιά του πεύκου που έφθανε απ’ το δάσος!», μου είπε χωρίς να τον ρωτήσω τίποτε εγώ. Ήταν η εποχή που ετοίμαζε τα χωράφια για το σπαρμό των σιτηρών. Πού να ανοίξει το στόμα του να σου πει κάτι τέτοιο σε άλλη εποχή! Την άνοιξη, για παράδειγμα, οι ευωδιές έξω στη φύση είναι άσωτες και διάσπαρτες παντού, αλλά τότε εκείνος δεν είχε μυαλό για τέτοια, άλλοι απολάμβαναν τα καλά της άνοιξης. Εκείνος είχε άλλες σκοτούρες, αφού ερχόταν το καλοκαίρι, η εποχή της συγκομιδής των κόπων του και πολλές διαδικασίες βρισκόταν στο δρόμο τους. Εξάλλου την άνοιξη ο καθένας οσμίζεται το άρωμα των λουλουδιών από το ξύπνημα της φύσης. Εκείνος, ο γεωργός, ο πραγματικός καλλιεργητής, ήταν ίσως από τους λίγους που μπορούσε να αφουγκράζεται τις μυστικές μυρωδιές της γης στην προετοιμασία της για την αλλαγή της εποχής.    
            Κι αν δεν ήταν καλή η σοδειά της χρονιάς; Δεν τον είδα ποτέ να απελπίζεται. Αντίθετα τον άκουσα να λέει «έχει ο θεός. Έχουμε τη νέα παραγωγή του λαδιού κι έχουμε και το «γέννου» των κατσικιών και το γάλα των μανάδων του, θα έχουμε κάτι να παίρνουμε κι απ’ αυτά. Του χρόνου μπορεί να είναι όλα καλύτερα, όλες οι χρονιές δεν είναι ίδιες και δόξα στο Θεό να λέμε», συμπλήρωνε.
            Όλα, λοιπόν, ήταν χαλαρά κι ευχάριστα το Φθινόπωρο. Και στην περίπτωση που δεν ήταν έτσι, οι άνθρωποι έδιναν τις λύσεις με την υπομονή και την ελπίδα και στηρίζονταν στη θέλησή τους και στην πίστη τους στις δικές τους δυνάμεις, όπως και στη βοήθεια που περίμεναν από το Θεό.
            Αφού όλα ήταν τακτοποιημένα και οι ψυχές ήρεμες, ήταν καιρός για λίγο μεγαλύτερη χαλάρωση και για κουτσομπολιό.  Ήταν η εποχή για τα νυχτέρια. Σε κάθε γειτονιά μια από τις νοικοκυρές μόλις σουρούπωνε, άναβε στην αυλή της μια μεγάλη φωτιά. Φεγγοβολούσε όλη η γειτονιά από τις δυνατές φλόγες που έδιναν οι «σχίζες» του δαδιού. Έτρεχαν τότε, το ένα μετά το άλλο, όλα σχεδόν τα ενήλικα μέλη της οικογένειας και των γειτόνων επίσης και με το σκαμνάκι τους έπαιρναν θέση γύρω απ’ τη φωτιά.  Οι γυναίκες έφερναν μαζί τους το εργόχειρό τους, το πλεκτό, το αδράχτι και τη ρόκα τους. Οι άνδρες έφερναν μαζί τους τη διάθεσή τους για το καλαμπούρι και το χωρατό, εκτός αν υπήρχε κάποιος φιλομαθής, οπότε θα έφερνε κάποιο απόκομμα παλιάς εφημερίδας και θα προσπαθούσε να διαβάσει τα «νέα», που ήταν βέβαια παλιά. Σε λίγο όμως την προσοχή όλων αποσπούσε η πρωτοβουλία μιας συνήθως γεροντότερης γυναίκας, «της μάνας»  που έπαιρνε το λόγο και έλεγε:  «Κούρμαχος και κουρμαχίνα έχουν ή είχαν πέντε κουρμαχάκια. Ποιος ήταν;», ρωτούσε. Και τότε ο καθένας προσπαθούσε να βρει ποια ήταν η οικογένεια που είχε πέντε παιδιά, αφού διευκρινιζόταν, ύστερα από ερωτήσεις, πόσα απ’ τα κουρμαχάκια ήταν αρσενικά και πόσα θηλυκά. Όταν κάποιος εύρισκε ποια ήταν η οικογένεια, το λόγο έπαιρνε άλλος ή άλλη για να θέσει με τον ίδιο τρόπο την ερώτηση για άλλη οικογένεια. Και το γαϊτανάκι αυτό συνεχιζόταν κάμποση ώρα ή μπορεί και προσωρινά να διακοπτόταν, γιατί έδινε την αφορμή σε κάποιον να θυμηθεί και άρα να διηγηθεί ένα πραγματικό ή γνωστό από διαδόσεις γεγονός, (πάθημα, ιστορία κ.λ.π.), που είχε σχέση με την «κουρμαχική» οικογένεια, την οποία έκρυβε το ερώτημα της «μάνας».  Έτσι από το κούρμαχος και κουρμαχίνα, τα αινίγματα, γιατί έλεγαν και τέτοια, τα αστεία και τα καλαμπούρια περνούσαν ευχάριστα την ώρα τους ως τα μεσάνυχτα περίπου.  Καλοδεχούμενο ήταν ακόμα και κάποιο αθώο και ακίνδυνο, κατά κανόνα, πετροβόλημα από νεαρούς, συνήθως από άλλη γειτονιά, που επέστρεφαν από το ψάρεμα με το πεζόβολο ή από την επιδρομή τους σε κάποιον ατρύγητο κήπο απ’ όπου είχαν κλέψει ρόδια ή κυδώνια. Με όποιον τρόπο πάντως κι αν τελείωνε το βράδυ, το πρωί όλοι θα πήγαιναν στις δουλειές τους και το νυχτέρι οπωσδήποτε θα επαναλαμβανόταν το βράδυ.
            Αναπολώ τα χρόνια εκείνα και συγκρίνω την απλή ζωή που βίωναν οι άνθρωποι τότε και τη συγκρίνω με τη δική μας ζωή και νοοτροπία που έχουμε στην αντιμετώπιση των προβλημάτων μας, που οπωσδήποτε είναι πολύ μικρότερα τώρα, αλλά που εμείς τα αντιμετωπίζουμε πολύ διαφορετικά από τους ανθρώπους εκείνης της εποχής, που δεν είχαν ζήσει ποτέ τον υλικό πλούτο, αλλά οι καρδιές τους έκρυβαν μέσα τους πλούτο ψυχής.  «Εκείνοι ήταν φτωχοί πλούσιοι κι εμείς είμαστε πλούσιοι φτωχοί», γράφει στο βιβλίο του «Το Πολύχρονο», ο Γεώργιος Β. Καιάφας.



                                                      31-01-2016. 

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

Πλούσιος αγάπησε φτωχή

Δημώδες.
Ο πλούσιος αγάπησε φτωχή για να την πάρει
κι η μάνα του σαν τ’ άκουσε πολύ της βαρυφάνει.
Πάρε υγιέ μου πλούσια, πάρε πριγκιποπούλα
να περπατεί καμαρωτά σαν μια βασιλοπούλα.
Δεν πέρασε πολύς καιρός κι ο πλούσιος φτωχαίνει
και η φτωχή παντρεύεται και πλούσιον  επαίρνει.
Μια Κυριακή πρωί πρωί, μια επίσημη ημέρα
τον εραστή της συναντά ζητιάνο, να γυρεύει.
Πάρε αυτά να ξυριστείς, πάρε αυτά ν’ αλλάξεις
και τη φτωχή να θυμηθείς κι από καρδιά να κλάψεις.
Κόρη άπονη, κόρη άσπλαχνη, κόρη καταραμένη
Που μούριξες στο Θεό αυτός να με παιδεύει.
Δε σούριξα στο Θεό αυτός να σε παιδεύει
Μον ’είναι ένα παράδειγμα όπου αγαπά να παίρνει.

       19-11-2015.
Από Μαρία Λυπηρίδου-Μπουλάκη (της το τραγουδούσε κάποια

γειτόνισσα της όταν ήταν μικρή.) Η Λαϊκή Μούσα τα έχει πει πριν από μας).

Ηδική μας Εποχή

Η δική μας Εποχή.
Γεωργίου Αθ. Δαλαμάγκα, Ιατρού-καρδιολόγου.
Ο Ντίκενς έγραψε:
            «Ήταν οι καλύτερες μέρες, ήταν οι χειρότερες μέρες, ήταν τα χρόνια της σοφίας, ήταν τα χρόνια της άνοιας, ήταν η εποχή της πίστης, ήταν η εποχή της ολιγοπιστίας, η εποχή του φωτός και η εποχή του σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας και ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε μπρος μας τα πάντα, είχαμε μπρος μας το τίποτε, πηγαίναμε όλοι στον Παράδεισο, πηγαίναμε όλοι στο αντίθετό του».
            Αυτή ήταν η εισαγωγή με την οποία άρχιζε ο Ντίκενς το πασίγνωστο μυθιστόρημα «Ιστορία Δύο Πόλεων» τότε, στην εποχή της Γαλλικής επανάστασης, σε μια προσπάθειά του να μεταδώσει, με το δικό του τρόπο, στους αναγνώστες του Λονδίνου τα όσα συνέβαιναν στο Παρίσι.
             Αν ζούσε σήμερα, τι θα έγραφε, άραγε, για τη δική μας εποχή; Υποτίθεται, σύμφωνα με τις προσδοκίες της παγκόσμιας εξέλιξης, πως θα εύρισκε τη δική μας εποχή ασύγκριτα καλύτερη από τη δική του. Αναμφισβήτητα είναι καλύτερη κυρίως σε ότι αφορά στο θέμα των υλικών αγαθών.  Δυστυχώς στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των δύο εποχών, από την άποψη της ανθρωπιστικής θεώρησης του κόσμου.
            Ούτε καλύτερες μέρες ζούμε οι άνθρωποι σήμερα, ούτε έχουμε στρέψει ολότελα τα μάτια μας προς το φως, ενώ λοξοκοιτάζουμε όλο και περισσότερο προς το σκοτάδι.
            Οι ουμανιστικές αξίες σήμερα δεν αποτελούν προτεραιότητα του κόσμου, που τείνει να προτιμάει περισσότερο τα υλικά αγαθά και να ταλαντεύεται ανάμεσα στις πάμπολλες και διχαστικές δοξασίες των κατά καιρούς εμφανιζόμενων μωροφιλόδοξων, που επιτήδεια παρασύρουν τους αφελείς και εύπιστους στην ουτοπία.
            Δικαιοσύνη και ισονομία, αξίες για τις οποίες έγινε η Γαλλική Επανάσταση, κάθε άλλο παρά υπάρχουν.  
            Όμως οι θρησκευτικοί και εθνικιστικοί φανατισμοί φουντώνουν, πάλι σχεδόν παντού και ο φόβος να μας οδηγήσουν πίσω στο σκοταδισμό και στη βαρβαρότητα του Μεσαίωνα είναι προ των πυλών.
            Μήπως εξαφανίστηκε η φτώχεια και εξαλείφτηκε η πείνα από τον κόσμο;
            Μήπως σταματήσαμε τους πολέμους και εγκαταστήσαμε μόνιμα την ειρήνη πάνω στη γη;
            Υπάρχει πραγματική αγάπη μεταξύ των ανθρώπων ή βασιλεύει παντού το μίσος, ο εγωισμός και ο υπέρμετρος ατομικισμός;
            Υπάρχει πράγματι μεγάλη πνευματική ανέλιξη του ανθρώπου από τότε, ναι, έχουμε προοδεύσει πολύ, έχουμε πάει στο φεγγάρι και σχεδιάζουμε να πάμε και σ’ άλλα αστέρια. Η τεχνολογία μας βοήθησε να πετάξουμε στο διάστημα, να περπατήσουμε ακόμα και στο κενό του χάους, αλλά στη γη παραμένουμε καρφωμένοι με όλες τις μικρότητές μας.  Και ακόμα, αντί να θαυμάσουμε το μέγεθος της απεραντοσύνης της Δημιουργίας του Θεού, απομακρυνθήκαμε απ’ αυτόν και θεοποιήσαμε τον άνθρωπο. Κομπορρημονούμε με τον άκρατο εγωισμό και τον ατομικισμό μας κι ας τρέμουμε, κι ας παραλύουμε  μπροστά στα ακραία φυσικά φαινόμενα, που αδυνατούμε να ερμηνεύσουμε και περισσότερο να τα αντιμετωπίσουμε. Και παρά τη μικρότητά μας και τις ατέλειές μας, σε ατομικό επίπεδο επιδιώκουμε την κερδοφορία και τον πλουτισμό. Όσοι σκοπεύουν σ’ αυτά τα πετυχαίνουν με απληστία, χρησιμοποιώντας πάντοτε την ιδιοτέλεια και την  σκοπιμότητα σε κάθε βήμα της ζωής τους. Αυτοί είναι και εκείνοι που εφευρίσκουν εύκολα την απάτη και την εξαπάτηση ανθρώπων και πολιτείας, προκειμένου να πετύχουν τους άνομους σκοπούς τους.  Η ιδιοτέλεια είναι που σκοτώνει τα ιδανικά, καλύπτει και αχρηστεύει κι αυτές ακόμα τις αγαθές προθέσεις.
            Όλα αυτά, ή τα περισσότερα απ’ αυτά, δεν έλειπαν στην εποχή του Ντίκενς, γιατί είναι μέσα στις ανθρώπινες αδυναμίες.  Έλειπαν όμως κάποια σημαντικά επιτεύγματα για τα οποία καυχόμαστε σήμερα.
            Στις μέρες μας αναπτύχθηκε στο έπακρο η διαφήμιση και γι’ αυτό ο αιώνας μας ονομάστηκε αιώνας της Διαφήμισης. Δυστυχώς η διαφήμιση δε λέει ολόκληρη την αλήθεια, την κρύβει και λέει, στα φανερά, ψέματα, επιδιώκοντας να παρασύρει τον κόσμο να «αγοράσει» το  διαφημιζόμενο προϊόν ή να ασπασθεί μια άποψη που τάχα είναι καλύτερη από μια άλλη, που την ανταγωνίζεται.  Άρα, είναι φανερό, πού σκοπεύει η διαφήμιση, αλλά δυστυχώς πετυχαίνει τελικά στο σκοπό της με την επιτήδεια και μεθοδευμένη  επένδυση της προβολής της και το συχνό βομβαρδισμό του κοινού από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Πόλεμος και συμφέροντα κρύβονται πίσω και από τη διαφήμιση.
            Εκείνο που οπωσδήποτε έλειπε  από την εποχή του Ντίκενς ήταν η εύκολη επικοινωνία. Οι άνθρωποι της εποχής του ασφαλώς επικοινωνούσαν, αλλά με μεγάλη βραδύτητα. Ειδήσεις, αλληλογραφία, εντολές, διαταγές και λοιπά μεταφέρονταν με πεζούς αγγελιοφόρους, με κάρα και άμαξες. Σήμερα εμείς καυχιόμαστε πως στον τομέα αυτόν έχουμε θριαμβεύσει. Διαθέτουμε, αεροπλάνα, γρήγορα τρένα και προπαντός  τηλέφωνα, σταθερά και κινητά, Φαξ, ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, έχουμε το διαδίκτυο, τα e-mail και τα SMS και μ’ αυτά τα μέσα παίρνουμε εύκολα και άμεσα τις πληροφορίες από παντού και μαθαίνουμε τα γεγονότα και συγχρόνως τα βλέπουμε στην τηλεόραση την ίδια στιγμή που συμβαίνουν. Με το διαδίκτυο μπορούμε να παρακολουθούμε συζητήσεις  και να συμμετέχουμε σε σ’ αυτές,  ακόμα κι αν γίνονται στο άλλο ημισφαίριο της γης. Κανένας κάτοικος της γης δεν μπορούσε να φανταστεί, όχι το δέκατο όγδοο αιώνα, αλλά ούτε και πριν από κάποιες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, πως θα ήταν δυνατόν να φθάσουμε ως εδώ, που βρισκόμαστε σήμερα.         
            Το διαδίκτυο αναμφισβήτητα προσφέρει στον καθένα μας εξαιρετικές και ανεκτίμητες υπηρεσίες: Άμεση πληροφόρηση και ενημέρωση, ευκαιρία για σπουδές, έρευνα και επιμόρφωση, ευκαιρία για περιήγηση στον κόσμο και στον πλανήτη  οποιαδήποτε στιγμή του εικοσιτετραώρου.  Δεν υπάρχουν όμως κίνδυνοι από τη χρήση του; Συμβαίνουν ήδη πάρα πολλές παρενέργειες, η εξάρτηση, η παραπληροφόρηση, οι υποκλοπές πληροφοριών και η χρησιμοποίησή τους για κακούς σκοπούς, είναι μερικές απ’ αυτές. Το κακό παραμονεύει παντού.
            Με όχημα το διαδίκτυο αναπτύχθηκαν τα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως είναι το Facebook, το Twitter, το  youTube, to e-mail, το Histogram και άλλα, με τα οποία δίνεται η ευκαιρία στους πολίτες να επικοινωνούν μεταξύ τους και να ανταλλάσσουν γνώμες και ιδέες επί παντός επιστητού. Εκεί λοιπόν, γίνεται το έλα να δεις, εκεί βασιλεύει αλαλούμ, από τα εκατομμύρια των συνομιλητών και τους μύριους τρόπους με τους οποίους εκφράζονται, ελευθερία του λόγου και της έκφρασης το λένε, αλλά πρόκειται για Βαβυλωνία.
            Είναι γνωστός ο μύθος του Πύργου της Βαβέλ και τα αποτελέσματά του.  Στο σημερινό Πύργο της Βαβέλ, που είναι το διαδίκτυο, οι άνθρωποι ομιλούν την ίδια γλώσσα, την Αγγλική που καθιερώθηκε ως διεθνής. Άρα, η έλλειψη συνεργασίας και η ασυνεννοησία δε θα προκύψουν από τη γλώσσα, αλλά από τις αντίθετες και αντιφατικές γνώμες που καταγράφονται με τρόπο επίμονο, πρόχειρο και δυσνόητο. Ο καθένας λέει και γράφει αυτό που ξέρει, αλλά και αυτό που δεν ξέρει, αυτό που θέλει ο ίδιος να γράψει και αυτό που άλλοι του το επιβάλλουν.  Με τον τρόπο αυτό υπάρχει φόβος κάποτε να μην υπάρξει ομοφωνία και να προκύψει σύγχυση και ασυνεννοησία όχι μόνο ανάμεσα στον απλό λαό, αλλά και μεταξύ των ειδικών και υπεύθυνων ανθρώπων και να καταλήξουμε στο ίδιο ή και σε χειρότερο ακόμα  σημείο, από εκείνο στο οποίο βρέθηκαν οι αρχαίοι Βαβυλώνιοι. Μήπως το διαδίκτυο είναι μια άλλη μορφή του Πύργου της Βαβέλ, που μας οδηγεί πάλι προς την σύγχυση και την αδυναμία συνεννόησής μας, για να αποδεχθεί τελικά, πως τίποτε δεν άλλαξε από τότε στην ανθρώπινη φύση μας (παραμένουμε αλαζόνες και βλάσφημοι) και πως μέσα μας βασιλεύουν ακόμα η ματαιότητα, η υπεροψία, ο  εγωισμός και η δίψα για απόκτηση αχρείαστης δύναμης;  

                                                                                           06/11/2015

             

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

ΠΩΣ ΜΑΣ ΕΒΛΕΠΑΝ ΟΙ ΡΩΜΑΙΟΙ ΠΡΙΝ ΑΠΟ 2000 ΧΡΟΝΙΑ ΠΕΡΙΠΟΥ. ΤΕΛΙΚΑ, ΤΟΥΣ ΝΙΚΗΣΑΜΕ  Η ΟΧΙ;

Στο Σχολείο διδαχτήκαμε, πως οι Έλληνες νικήσαμε τους στρατιωτικά πανίσχυρους τότε Ρωμαίους κατακτητές μας με όπλα τη γλώσσα μας και τον πολιτισμό μας. Με την ευκαιρία μιας συζήτησης σχετικά με τη συμπεριφορά των Ρωμαίων προς τους Έλληνες θέλησα να ψάξω το θέμα περισσότερο, μήπως βρεθώ πλησιέστερα με την αλήθεια. Σε γενικές γραμμές διαπίστωσα τα εξής:
Η Ρώμη υιοθέτησε πολλούς από τους ελληνικούς μύθους, αναγνώρισε ελληνικές θεότητες ή τις ταύτισε με τις δικές της. Οι Ρωμαίοι θαύμαζαν τον Ελληνικό Πολιτισμό των κλασσικών χρόνων, αλλά περιφρονούσαν τους σύγχρονούς τους Έλληνες. Αυτούς τους αντιμετώπιζαν άλλοτε ως ανάξιους απογόνους  και άλλοτε ως αλλοτριωμένους υποτελείς. Αυτό δικαιολογείται εν μέρει από το γεγονός, ότι η κατάκτηση της χώρας μας από τους Ρωμαίους  έλαβε χώρα  σε περίοδο παρακμής, αφού προηγουμένως η αυτοκρατορία του Μέγα Αλέξανδρου είχε διαμελισθεί  και  οι επίγονοί του για πάνω από έναν αιώνα, πολεμούσαν συνεχώς μεταξύ τους. Ήμασταν πάλι διχασμένοι.
Οι Ρωμαίοι οικειοποιήθηκαν, ως λεία πολέμου τα επιτεύγματα του Ελληνικού Πολιτισμού, αφού τα θεωρούσαν ως λάφυρα που κατέκτησαν με τον πόλεμο, και τα εκμεταλλεύτηκαν τα μέγιστα προς όφελός τους.  Η οικειοποίηση αφορούσε σε όλα τα επιτεύγματα του Ελληνικού Πολιτισμού (πολιτικά,  κοινωνικά, επιστημονικά, και πνευματικά). Παρά ταύτα  τους Έλληνες τους φέρονταν με σκληρότητα και υπεροψία. Οι πιο διάσημοι Ρωμαίοι πνευματικοί ηγέτες έμαθαν και σπούδασαν την Ελληνική γλώσσα, που τους βοήθησε να κατανοήσουν τις επιστήμες, τη φιλοσοφία και τις τέχνες των αρχαίων Ελλήνων.
Η Ελληνομάθεια βοήθησε την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία να επεκταθεί ευκολότερα σε  όλες σχεδόν τις χώρες  που είχε κατακτήσει προηγουμένως ο Μέγας Αλέξανδρος και στις οποίες μιλιόταν η Ελληνική γλώσσα. Οι πιο διάσημοι Ελληνομαθείς ήταν ο Τίτος Φλαμίνικος, ο νικητής του Φιλίππου Β, το 198 π.χ., ο Αιμίλιος Παύλος, νικητής του τελευταίου Βασιλιά της Μακεδονίας, Περσέα (το 168 π.χ.), ο ποιητής Ιουβενάλης, ο Μάρκος Κάτων, ο Σκιπίων, ο μεγάλος πολιτικός, ρήτορας και συγγραφέας  Κικέρων και πολλοί άλλοι. Όλοι αυτοί στην αρχή ήταν Ελληνολάτρες αλλά και οι κατ’ εξοχήν άρπαγες των Ελληνικών θησαυρών. Στη συνέχεια όμως  μετατράπηκαν σε  μισέλληνες και κατήγοροι των συγχρόνων τους Ελλήνων, παρότι, τουλάχιστον σε κάποια χρονικά διαστήματα, πολλοί Ρωμαίοι άρχοντες για λόγους επίδειξης επεδίωκαν να έχουν Έλληνες ως συμβούλους, ακολούθους ή υπηρέτες.
Το γεγονός αυτό της μεταστροφής της ηγετικής  τάξης της Ρώμης κατά των αξιών του Ελληνικού Πολιτισμού και των Ελλήνων είναι δύσκολο να γίνει σήμερα κατανοητό. Η αρχή που λέει, πως ο πιο αχάριστος είναι ο ευεργετούμενος, δεν νομίζω πως έχει εδώ εφαρμογή. Ίσως η αιτία να ήταν η υπεροψία και η αλαζονεία των νικητών.  Υπάρχει άρα μεγάλη πιθανότητα να επιβλήθηκε από το Στρατιωτικό κατεστημένο του Ρωμαϊκού Ιμπεριαλισμού, που άρχισε να αντιλαμβάνεται, πως η επικοινωνία και η επαφή της κοινωνίας των Ρωμαίων πολιτών με τους Έλληνες ήταν δυνατόν να διαποτίσει τη ρωμαϊκή κοινωνία με τον τρόπο ζωής και σκέψης των Ελλήνων, που ήταν αντίθετος προς τα δικά τους ιμπεριαλιστικά σχέδια και ιδανικά. Φοβόταν πως μια τέτοια πρόσμιξη θα ήταν επικίνδυνη και θα είχε διαβρωτικό αποτέλεσμα στην κοινωνία και στην πανίσχυρη πολεμική μηχανή τους. Έπρεπε λοιπόν να αναπτυχθεί ένας επιθετικός μισελληνισμός για να σταματήσει η προώθηση της ανθρωπιστικής ελληνικής παιδείας, οι συνήθειες και ο τρόπος ζωής των Ελλήνων. Οι Ρωμαίοι ήταν πολεμοχαρείς, ανέπτυξαν μια τεράστια στρατιωτική μηχανή με την οποία επέκτειναν τα όρια της Αυτοκρατορίας τους, αρέσκονταν περισσότερο στα όπλα και στις μάχες, διασκέδαζαν περισσότερο στην αρένα με τις μονομαχίες και τους σκοτωμούς, παρά να ασχολούνται με τις φιλοσοφίες, με τα θέατρα και τα τραγούδια των Ελλήνων.  Έπρεπε λοιπόν να βρεθεί τρόπος ώστε να καταπολεμηθεί κάθε ανθρώπινο ιδεώδες, (άρα Ελληνικό).
Με τον τρόπο αυτό επιβλήθηκε η μεταστροφή της συμπεριφοράς των διάσημων Ελληνοαναθρεμμένων Ρωμαίων πολιτών στους οποίους πιθανότατα απαγορεύτηκε να ομιλούν υπέρ των ελλήνων και αντίθετα τους υποδείχτηκε  να προπαγανδίζουν υπέρ των αξιών της Ρώμης. Είναι βέβαια περίεργο πώς οι διάσημοι αυτοί άνδρες ήταν δυνατόν να αποδεχθούν τέτοιες πιέσεις και να υποκύψουν στη θέληση της στρατιωτικής Ελίτ. Όμως ήταν και αυτοί Ρωμαίοι πολίτες και προφανώς δεν ήθελαν να έρθουν αντιμέτωποι με την κυρίαρχη στρατιωτική νοοτροπία της εποχής τους. Ίσως μάλιστα να ήθελαν να διαφυλάξουν τη φήμη τους με σκοπό να κατορθώσουν να αναρριχηθούν σε ανώτερα πολιτικά αξιώματα, τα οποία οι περισσότεροι επεδίωκαν και πολλοί από αυτούς τα κατέκτησαν. Υπάρχουν όμως και ενδείξεις πως αντιμετώπιζαν και τον κίνδυνο να χαρακτηριστούν προδότες και η ανυπακοή τους να θεωρηθεί αντεθνική. Είναι πάντως γεγονός  πως  πολλοί από αυτούς, όπως π.χ. ο Κικέρων, ο Σκιπίων και άλλοι, ζούσαν κρυφά το ελληνικό μεγαλείο, στα φανερά όμως κήρυτταν τον μισελληνισμό. Ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα αποδεικνύουν  τη συμπεριφορά τους αυτή. Ο Μάρκος Κάτων είπε πως τα Ελληνικά γράμματα είναι μίασμα για τις ψυχές και απειλή για το καθεστώς. Ο ίδιος πίεσε τη Σύγκλητο και την ανάγκασε να διώξει από τη Ρώμη μια Αθηναϊκή πρεσβεία τριών Ελλήνων (αποτελούμενη από τους Κορνεάδη,  Κριτόλαιο και Διογένη), με τη δικαιολογία πως τα λόγια τους και η πνευματική τους ακτινοβολία κατενθουσιάζουν τη Ρωμαϊκή νεολαία. Στον γιο του, Μάρκο, έλεγε: «Παιδί μου, καλή είναι μια γεύση από τα ελληνικά γράμματα, αλλά δεν χρειάζεται  να εμβαθύνεις. Οι Έλληνες είναι φυλή διεστραμμένη και δυσάγωγη. Αυτό να το δεχτείς σαν χρησμό. Κάθε φορά που αυτό το έθνος προσφέρει τα φώτα του διαφθείρει τα πάντα». Ο   στρατοκράτης Γάιος Μάριος είχε πει: «Είναι γελοίο να διδάσκεται κανείς από υπόδουλους». Ο ποιητής Οράτιος που τροφοδότησε το ποιητικό του έργο με θέματα από την ελληνική μυθολογία και λεηλάτησε τον Πίνδαρο, τον Καλλίμαχο, τον Ανακρέοντα, τον Αλκαίο, τη Σαπφώ και άλλους, έλεγε: «Εγώ που γεννήθηκα σ’ αυτή την πλευρά της θάλασσας (εννοούσε στην  Ιταλία), έγραφα κάποτε στίχους στα ελληνικά. Αλλά  μια νύχτα φανερώθηκε στον ύπνο μου ο Ρωμύλος και μου το απαγόρευσε λέγοντάς μου: Είναι τρελλό να κουβαλάς ξύλα στο δάσος, μοιάζει να πυκνώνεις τα στίφη των Ελλήνων». Ο Ιωβενάλης, σατυρικός ποιητής, δίνει μια αποτρόπαιη προσωπογραφία του Έλληνα. «Θεωρώ τον Έλληνα πονηρό και καταφερτζή, άφθαστο στην κολακεία και στην υποκριτική. Οι έλληνας είναι ένας θεατρίνος από κούνια, δεν έχει ιερό και όσιο. Ανήθικοι και μεγάλοι ψεύτες οι Έλληνες». Είναι αυτός που έφθασε να λέει πως η Pax-Romana, έκανε κακό στη Ρώμη,  επειδή στη διάρκειά της είχαν μειωθεί οι πολεμικές επιχειρήσεις. Ο ίδιος αναφέρει ως επαίσχυντο ψεύδος των Ελλήνων τη διάνοιξη από τον Ξέρξη του ισθμού στην αρχή της χερσονήσου του Άθω το 481 π.χ. (στην περιοχή των  σημερινών Νεων Ρόδων και της Ιερισσού). «Αναίσχυντες ιστορίες των Ελλήνων ψευταράδων», είχε πει γι’ αυτό το θέμα. Ο φιλορωμαίος Πολύβιος είπε: «Η πενία είναι φυσική αιώνια κατάσταση στην Ελλάδα. Οι έλληνες περνούν τον καιρό τους με κενοδοξίες, ανώμαλες και παράξενες σοφιστείες». Άφησα τελευταίο τον Κικέρωνα. Ο χαρισματικός αυτός ηγέτης, ο λαμπρός ρήτορας και διάσημος συγγραφέας, ήταν πνευματικά Ελληνοαναθρεμμένος. Θαύμαζε τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Είχε πει: «Αν ο Δίας  μιλούσε, θα διαλεγόταν σε πλατωνική γλώσσα. Για τον Αριστοτέλη είπε πως ήταν ένα ποτάμι που κυλάει ασταμάτητα και αλάνθαστα». Έγραφε στον αδελφό του, Κύιντο, ανθύπατο στη Μικρά Ασία: «Δεν θα εντραπώ να το πω.., αυτά που κατορθώσαμε τα χρωστάμε στα πνευματικά δημιουργήματα των Ελληνικών Επιστημών που μεταδόθηκαν σε μας με τα έργα τους και τα διδάγματά τους». Και όμως ο Κικέρων ήταν ένας από τους μισέλληνες επιφανείς Ρωμαίους, ήταν αυτός που πρώτος χρησιμοποίησε το χλευαστικό και καταφρονητικό επωνύμιο Γραικύλος, που παραμένει ως σήμερα. Εξηγώντας ο ίδιος τη σημασία του όρου λέει πως σημαίνει «άτομο εξαχρειωμένο, ανήθικο, γελοίο, νωθρό, απωθητικό, ανάξιο. Οι έλληνες είναι απατεώνες, δειλοί, ψευδολόγοι, φαφλατάδες, επιπόλαιοι, τεμπέληδες, φαγάδες, πιοτήδες,  ελαφρόμυαλοι και χαροκόποι». Θεωρούσε τους συγχρόνους του Έλληνες  εκφυλισμένους.
Όλα αυτά τα παραπάνω επίθετα μας  στόλισαν αυτοί που καταλήστεψαν ολόκληρη την ελληνική επικράτεια φορτώνοντας καραβιές με τα έργα των ελλήνων καλλιτεχνών και με τους ανεκτίμητους θησαυρούς των ελληνικών πόλεων. Όλο το χρυσάφι περιήλθε στα χέρια τους. Με ελληνικά αγάλματα στόλισαν τη Ρώμη και τις πολυτελείς ιδιωτικές επαύλεις τους. Το πιο χειρότερο ήταν πώς αυτή τη λεηλασία την θεωρούσαν δικαίωμά τους. Γι’ αυτούς τα κλεμμένα ήταν  πολεμικά λάφυρα. Στη διάρκεια αυτής της μεγάλης ανθελληνικής περιόδου ρίχτηκαν στην πυρά τα έργα των Πυθαγορείων με απόφαση της Συγκλήτου το 181 π.χ. Ήταν η πρώτη φορά που ο γραπτός λόγος αντιμετώπισε τέτοιον εξοντωτικό διωγμό. Ο επόμενος συνέβη το 529 μ.χ. στο Βυζάντιο.
Ο κατάλογος των ρωμαίων, που μίλησαν με περιφρονητικά λόγια για τους Έλληνες δεν τελειώνει εδώ, όπως δεν τελειώνουν και τα κοσμητικά επίθετα με τα οποία μας στόλισαν. Δυστυχώς ακόμα και οι σύγχρονοί μας ξένοι λένε περίπου τα ίδια για μας. Όσοι όμως από αυτούς μελετούν την Ελληνική Ιστορία συμφωνούν με τον Κικέρωνα και τους ομοίους του. Οι αρχαίοι μας είναι ακόμα αξεπέραστοι και αναντικατάστατοι και πως δεν μπορεί κανένας να διαγράψει την πρόοδο εκείνων χωρίς να διακινδυνεύσει τα θεμέλια της παγκόσμιας Επιστήμης, φιλοσοφίας και Δημοκρατίας. Είναι βαριά, ασήκωτη είναι η κληρονομιά μας και δεν τη σηκώνουμε. Και ποιος φταίει, αν δεν φταίμε εμείς οι ίδιοι; Και ποιοι είναι ο λόγοι; Δυστυχώς κληρονομήσαμε  και ένα από τα χειρότερα χούγια των αρχαίων, τη διχόνοια  που μας ακολουθεί από τότε. Και παρά την προτροπή του Εθνικού μας ποιητή, που μας λέει: «Η διχόνοια που βαστάει ένα σκήπτρο η δολερή, καθενός χαμογελάει, ¨Πάρτο¨, λέγοντας κι σύ» , και, «Κειό το σκήπτρο που σας δείχνει έχει αλήθεια ωραία θωριά, μην το πιάστε, γιατί ρίχνει εισέ δάκρυα θλιβερά», εμείς συνεχίζουμε το ίδιο βιολί, αποδεικνύοντας μ’ αυτή τη θλιβερή συμπεριφορά μας, πως είμαστε πράγματι απόγονοι εκείνων, αφού τους μοιάσαμε σε ένα από τα χειρότερα γνωρίσματά  τους, στη διχόνοια. Κάνουμε  εντελώς το αντίθετο από εκείνο που θα έπρεπε. Ρίχνουμε νερό στο μύλο των κατηγόρων μας, αντί να «αγκαλιαστούμε σαν αδέρφια γκαρδιακά» και έτσι  να τους διαψεύσουμε και να δείξουμε τις μεγάλες δυνατότητες που έχουμε όταν είμαστε ενωμένοι. Πρόσφατα διάβασα σε εφημερίδα εντελώς τυχαία, αυτά που είπε για μας τους σύγχρονους Έλληνες, ένας ξένος ερευνητής και διανοούμενος, απόφοιτος Αμερικανικού Πανεπιστημίου. Είπε πως ακόμα οι Έλληνες πιστεύουμε, ότι στα μάτια των ξένων εκείνο που αξίζει είναι το παρελθόν μας. Αυτό όμως είναι μεγάλο λάθος μας, που δεν μας αφήνει να πάμε μπροστά. Διαπιστώνω μάλιστα από προσωπικές εμπειρίες, συνεχίζει,  πως οι Έλληνες έχουμε τα φόντα και τα χαρίσματα να είμαστε υπερήφανοι για τον εαυτό μας. Εκείνο που μας λείπει, συμπληρώνει, είναι να μάθουμε να δουλεύουμε με ομαδικό πνεύμα. Οι ξένοι, λοιπόν, ανακαλύπτουν, αυτό που είναι αυτονόητο, αυτό που έπρεπε να το ανακαλύψουμε από μόνοι μας. Είναι αυτό που καθημερινά ανακαλύπτουν και βεβαιώνουν οι ξένοι όταν συνεργάζονται με Έλληνες Επιστήμονες, νέους και μεγαλύτερους, στα πέρατα της γης. Εμπιστευόμαστε την κρίση τους για τους αρχαίους μας και όχι τα καλά τους λόγια για μας τους ίδιους; Κατά την ταπεινή μου γνώμη, έχουμε ανάγκη να αποκτήσουμε  εμπιστοσύνη στις δικές μας πνευματικές ικανότητες, αρκεί να αποφασίσουμε να συνεργαζόμαστε με ομοψυχία και παραδοχή της γνώμης του άλλου. Μόνο η ομαδική εργασία αποδίδει σήμερα. Αυτό γίνεται και ισχύει σήμερα σε όλους τους επιστημονικούς τομείς. Οι μοναδικοί «λύκοι» δεν επιζούν πια πουθενά στον κόσμο.
Θα ήθελα να θίξω ένα ακόμα θέμα. Πολλοί υποστηρίζουν, πως δεν είναι σωστό να διατυμπανίζουμε τα μειονεκτήματά μας και όσα μας καταμαρτυρούν οι ξένοι. Έχω αντίθετη γνώμη. Κατ’ αρχήν αυτά δεν κρύβονται, οι ξένοι τα βλέπουν και τα γνωρίζουν.   Υποστηρίζω λοιπόν το αντίθετο, πως όχι μόνο πρέπει να τα λέμε, αλλά πρέπει να τα μελετούμε,  και από τη μελέτη τους να βρίσκουμε ποιο από αυτά, που είπαν για μας ήταν ψέμα και ποιο ήταν αλήθεια, να βρίσκουμε ποιο ήταν αυτό που έφταιξε και ποιο μας έβλαψε, ώστε να μην το επαναλαμβάνουμε. Έτσι θα βρούμε τη θεραπεία των ελαττωμάτων μας. Αν κρύβουμε τα χούγια μας δεν θα τα διορθώσουμε ποτέ.  Δυστυχώς η πικρή αλήθεια είναι,  πως τα περισσότερα από τα κακά που μας απέδιδαν οι Ρωμαίοι είναι αληθινά. Θα αναφέρω μόνο ένα  παράδειγμα που αναφέρει ο Πλούταρχος.  Μιλώντας στα Ίσθμια προς Έλληνες ο ύπατος Τίτος Φλαμινίνος προπαγάνδιζε, πως οι Ρωμαίοι πολέμησαν για να ελευθερώσουν τους Έλληνες από τον Μακεδονικό ζυγό!! «Τα λόγια αυτά προκάλεσαν παραλήρημα ενθουσιασμού στους Έλληνες ακροατές και οι κραυγές τους ακούγονταν ως τη θάλασσα. Όλοι χαιρετούσαν όρθιοι και επευφημούσαν «τον σωτήρα της Ελλάδας και πρόμαχον». Δεν δείχνει αυτό, υποτέλεια, δειλία και εναγκαλισμό του στιγμιαίου συμφέροντος; Δεν βρέθηκε ούτε ένας να ορθώσει το ανάστημά του και να πει πως οι Μακεδόνες είναι Έλληνες που πήγαν την Ελλάδα στα πέρατα του κόσμου. Μόνο οι Αιτωλοί, αργότερα, ελεεινολογούσαν τους Έλληνες που δέχτηκαν «ζυγό βαρύτερο και καλογυαλισμένο» και ήταν ευχαριστημένοι και θεωρούσαν τον Τίτο ευεργέτη τους! Τι, έκανε όμως ο Ρωμαίος στρατηγός; «έλυσε τον χαλκά από το πόδι της Ελλάδας και τον έδεσε στο λαιμό της».  Το παράδειγμα  δείχνει και ένα από τα άλλα τρωτά που έχουμε, τη ξενομανία. Γιατί μας διακρίνει και αυτό το κουσούρι. Ασπαζόμαστε με μεγάλη ευκολία, ο,τιδήποτε είναι ξένο, ενώ από τους ξένους πρέπει να παίρνουμε  ό,τι είναι ωφέλιμο και ταιριάζει σε μας και όχι  μόνο  επειδή είναι ξένο. Να μιμούμαστε μόνο τα καλά των ξένων και όχι να ακολουθούμε τυφλά τις δικές τους συνήθειες και συμπεριφορές.
Θα προσπαθήσω τώρα με δυο μόνο λόγια να απαντήσω στο ερώτημα, αν νικήσαμε ή όχι τους Ρωμαίους κατακτητές μας. Κατ’ αρχήν πρέπει να τονίσω για άλλη μια φορά, πως υποταχθήκαμε στους Ρωμαίους γιατί μας βρήκαν διχασμένους. Εκείνοι εκμεταλλεύθηκαν τη γλώσσα και τον Πολιτισμό μας και εμείς δεν το αφήσαμε αυτό να πάει χαμένο. Λόγω της φτώχεια μας προσαρμοστήκαμε στις απαιτήσεις τους, τους υπηρετήσαμε ως σύμβουλοι και ως δούλοι. Άθελά τους έγιναν, έστω μέσω των αρχαίων μας, σκλάβοι δικοί μας. Αλλά η διάβρωση του σιδερόφρακτου πανίσχυρου κράτους τους δεν ήταν δυνατόν να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη. Όπως όμως όλες  οι αυτοκρατορίες, αλλά και οι πολιτισμοί, κάποτε καταρρέουν και παρακμάζουν, έτσι και η λάμψη της αυτοκρατορίας τους έσβησε, τελικά ολοσχερώς, όταν διαλύθηκε η Δυτική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (το 480 μ.χ.) και ανέτειλε στην Ανατολή η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η  οποία αναμφισβήτητα ήταν Ελληνική αλλά και Χριστιανική και η οποία διατηρήθηκε πάνω από χίλια χρόνια. Αν η νίκη ήταν μόνο της Ελληνικής γλώσσας και του Ελληνικού Πολιτισμού, δεν είμαι σε θέση να το κρίνω, γιατί στο μεταξύ επεκράτησε ο Χριστιανισμός, ο οποίος κι αυτός διαδόθηκε και εδραιώθηκε χάρις στην Ελληνική γλώσσα, αλλά δυστυχώς καταπολέμησε και έβλαψε τον αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό. Τελικά πιστεύω, πως η Ελληνική γλώσσα και ο Ελληνικός Πολιτισμός, έστω και αργά, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ήττα και εξαφάνιση της  Ρωμαϊκής υπεροψίας. Η τελική κρίση αφήνεται σε σας.

   Γ.Αθ.Δ.                                                                                              6/02/2015             


Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

 Η Εικονική  αλήθεια.  

Τι βλέπουνε τα μάτια μου και τι ακούν τα αυτιά μου;
Μου είναι αδύνατον όλα να τα πιστέψω.
Κι ακόμα ακούω και βλέπω  μια χαρά.

Κι αν πίστευα  σ’ αυτά που βλέπω και  ακούω,
πρέπει να αμφιβάλλω, αν σωστά και δίκαια
συνέβηκαν. Γιατί κατά πως λένε:

Την αλήθεια την κρύβουν με  υπονοούμενα,
με υποκρισία  καλύπτουν τη σκοπιμότητα
και με έωλα επιχειρήματα το συμφέρον τους.

Χωρίς αμφιβολία έχουν τα μέσα και τους τρόπους
αυτά να τα πετύχουν.

Τη φωνή και την εικόνα σου εύκολα μπορούνε να αλλοιώσουν..
Την μια  φωνή  μπορούν να  την  ντουμπλάρουν.
Την εικόνα την παλιά, ως νέα την πασάρουν
και τη φωτογραφία σου μπορούν να ρετουσάρουν.

Ό,τι  βλέπεις και ό,τι ακούς τυφλά μην το πιστεύεις,
αν πρώτα δε σιγουρευτείς
πως είναι γνήσιο κι όχι νοθευμένο.

Πείτε μου δύσπιστο, πείτε μου άπιστο Θωμά,
μα πρώτα  αποδείξτε μου πως είναι όλα αληθινά
κι όχι παραλλαγμένα.


                                                                Θες/νικη 16-11-02

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Οπισθόφυλλο (για το  « Η Ψεύτρα»  υπό έκδοση).

            Όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από το φύλο, την ηλικία, το επάγγελμα, το θρήσκευμα, το επίπεδο της μόρφωσής μας και τα πολιτικά μας πιστεύω, λέμε ψέματα στην καθημερινή μας ζωή. Η ηρωίδα μας όμως, η Μερόπη, το είχε παρακάνει. Το ψέμα το είχε  έτοιμο στα χείλια της και το έλεγε σε κάθε βήμα της ζωής της, εύκολα, αυθόρμητα και αβίαστα. Με το ψέμα επεδίωκε να διακριθεί, να εντυπωσιάσει, να επιδειχθεί, να προβληθεί, να κρύψει μειονεκτήματα και λάθη της, ή να διορθώσει λάθη της, να καλύψει την αλήθεια, να αγαπηθεί, να ευτυχίσει. Πολλά από τα ψέματά της τα πίστεψε ως αληθινά και έζησε, σκηνοθετώντας τη ζωή της σύμφωνα με αυτά, ακριβώς όπως την υπολόγιζε στο μυαλό της προκαταβολικά. Πολλά όμως δεν της «βγήκαν» και δεν είχε το όφελος, στο οποίο είχε στοχεύσει από την αρχή.  Στο τέλος πίστεψε, πως όλη η ζωή της ήταν ένα ψέμα και…

            Πόσο την βοήθησαν τα ψέματά της και πού την οδήγησαν θα το μάθουμε στο μικρό αυτό βιβλίο της ζωής της.

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014




Το παραλιακό προικώο της Παναγιώτας.

                                                          Γεωργίου Αθ. Δαλαμάγκα.


Ο κυρ Σταύρος, θυρωρός σε πολυκατοικία του κέντρου της Θεσσαλονίκης για τριάντα και πλέον χρόνια, διέκοψε για λίγο τη δουλειά του για την καθιερωμένη ανάπαυλα, γύρω στις δέκα το πρωί, να ξεκουραστεί και να καπνίσει ένα τσιγάρο. Ήταν στα μέσα του Δεκέμβρη, σε λίγες μέρες θα έρχονταν τα Χριστούγεννα. Άναψε  το τσιγάρο του και με μια εύκολη κίνηση του δεξιού χεριού του έβγαλε από την κολοτσέπη  του ένα μικρό, κιτρινισμένο και καταλερωμένο από τη πολυχρόνια χρήση τεφτέρι. Το συμβουλεύτηκε και φάνηκε κάτι να μετράει και να υπολογίζει.. «Τόσοι πλήρωσαν τα κοινόχρηστα, τόσοι μου τα χρωστούν ακόμα. Το δώρο μου το έδωσαν δέκα και έχω να παίρνω από άλλους τόσους. Τόσα μου χρειάζονται για φαγώσιμα και κανένα κρασί, τόσα θα ξοδέψω για  δώρα στα εγγόνια μου. Οπωσδήποτε πρέπει να πάρω κάτι και στην Παναγιώτα, τη γυναίκα μου, που ακόμα και σ’ αυτή την ηλικία των εξήντα που βρίσκεται, περιμένει χριστουγεννιάτικο  δώρο από μένα. Κάνει όπως τα παιδιά, παραπονιέται και  διαμαρτύρεται αν δεν της χαρίσω κάτι».
                Αυτά περίπου σκέπτεται και κάθε τόσο σηκώνει το βλέμμα του από το τεφτέρι, βλέπει προς την είσοδο της πολυκατοικίας, αλλά  τα μάτια του δεν εστιάζουν εκεί, πάνε μακρύτερα, στο κενό και μουρμουρίζει επανειλημμένα: «Α, ρε, και να μην το είχα πουλήσει, α, ρε, και να μην το είχα πουλήσει! Τι να το έκανα όμως; O,τι και να το έσπερνες τίποτε δεν έκανε, άχρηστο ήταν εκείνα τα χρόνια. Ποιος να ήξερε τότε, πώς θα εξελίσσονταν τα πράγματα στη Χαλκιδική; Ήμασταν και πίσω απ’  τον κόσμο. Άγνωστη ολόκληρη η περιοχή, αυτή και οι ομορφιές της. Στο  χωράφι εκείνο μόνο η σίκαλη προόδευε. Δυο μπόγια γινόταν η σίκαλη. Τι να την κάνεις τη σίκαλη. Πόσο πουλιόταν τότε η σίκαλη και σε τι χρησίμευε, ούτε που θυμάμαι τώρα. Α, ναι, οι σαμαρτζήδες γέμιζαν με το άχυρό  της τα σαμάρια που έφτιαχναν για τα ζώα». Του ξέφυγε ένα  αυθόρμητο ασυγκράτητο γέλιο. «Χρήσιμο προϊόν», μίλησε περιφρονητικά για τη σίκαλη. «Οτιδήποτε  άλλο  να το έσπερνες δεν ευδοκιμούσε, ούτε κριθάρι, ούτε βρώμη, ούτε σιτάρι. Τίποτε δεν ήταν δυνατόν να αναπτυχθεί εκεί».
Το ακίνητο που είχε πουλήσει ο κυρ Σταύρος ήταν η προίκα της γυναίκας του, της Παναγιώτας. Ήταν μια έκταση πάνω από τέσσερα στρέμματα, όλο αμμούδα, δίπλα στη θάλασσα που το έπιανε ο βοριάς. Κανένα γέννημα δεν μεγάλωνε εκεί, όσα λιπάσματα κι αν χρησιμοποιούσε κανείς,  το ξέραινε η θάλασσα. Το κύμα, όταν ήταν μπουνάτσα, έσπαγε στα δέκα με δεκαπέντε μέτρα μακριά από την πλευρά του χωραφιού προς τη θάλασσα, αλλά όταν έκανε φουρτούνα και μάλιστα στη διάρκεια του χειμώνα την έγλυφε όλη εκείνη την πλευρά του. «Προίκα να σου πετύχει, αλλά ποιος κοιτούσε την προίκα τότε, εγώ την Παναγιώτα ήθελα, που ήταν όμορφη και όλο τσακπινιά… Α, ρε να μην το είχα πουλήσει. Σήμερα θα ήμουν άρχοντας, πλούσιος θα ήμουν σήμερα», μονολογεί ο Σταύρος. Ανοίγει πάλι το τεφτέρι του και κάτι σημειώνει. «Πες  πως ήταν καθαρό τέσσερα στρέμματα», σκέπτεται, «επί πενήντα εκατομμύρια δραχμές που έχουν τα παραλιακά εκεί σήμερα,  μας κάνουν διακόσια εκατομμύρια. Αν τα μετατρέψουμε σε ευρώ είναι κοντά στις εξακόσιες χιλιάδες ευρώ. Βίλα  στο Πανόραμα θα έπαιρνα και θα με παρακαλούσαν κιόλας οι εργολάβοι με τόσο ρευστό στο χέρι», ψιθυρίζει  και του ξεφεύγει ένας ακόμη αναστεναγμός.

Τι να έκανε όμως; Εκείνος ο λεφτάς παρουσιάστηκε, μια ωραία πρωία του Ιουνίου εντελώς απροειδοποίητα και του είπε:
-Πόσο την πουλάς εκείνη την αμμούδα στην παραλία;
 Αιφνιδιάστηκε και τον παραξένευσε το ενδιαφέρον του για το χωράφι του. Ποιος είναι αυτός ο άγνωστος και πώς έφτασε ως την πόρτα μου;  Όχι, δεν την  πουλάω την αμμούδα, δηλαδή δεν το έχω σκεφτεί ως τώρα. Να του απαντήσω, όταν το σκεφτώ, είπε μέσα του. Προτού όμως ανοίξει το στόμα του, τον πρόφθασε ο ξένος.
-Κοίταξε, συνέχισε, δεν τα φυσάω, αλλά, να.., μου έπεσε ένα λαχείο. Κατά τα άλλα φουκαράς είμαι κι ’γώ και είμαι και βαριά άρρωστος. Σκέφτηκα να βρω ένα τέτοιο μέρος δίπλα στη θάλασσα για να φτιάξω ένα καλυβάκι, μήπως και αναπνέοντας το ιώδιο της θάλασσας, θεραπεύσω την αρρώστια μου.
Ήταν πράγματι ένας άνθρωπος, αδύνατος, μέτριου αναστήματος και κιτρινιάρης. Ο Σταύρος είχε κόψει απ’ την πρώτη στιγμή την αρρωστιάρικη φτιαξιά του, αλλά  μόλις μίλησε για αρρώστια, πρόσεξε καλύτερα το κιτρινιάρικο χρώμα του.  Είδε όμως και το καινούριο  του αυτοκίνητό που το είχε παρκάρει έξω από το σπίτι του. Ύστερα κυριεύτηκε από τη χωριάτικη πονηριά και είπε μέσα του: Τρελός θα είναι ο άνθρωπος που θέλει να αγοράσει αυτή την αμμούδα. Άλλο όμως αρρώστια και άλλο συμφέρον και κατ’ αρχήν από πού και ως πού με βρήκε αυτός ο άγνωστος και πώς γνωρίζει ότι η αμμούδα είναι δική μου; Μήπως ήταν γνωστός κάποιου συγχωριανού του, ο οποίος είδε όνειρο στον ύπνο του ότι, στην αμμούδα του ήταν θαμμένος κανένας θησαυρός και δεν ήρθε να το αγοράσει ο ίδιος, αλλά έβαλε αυτόν τον ξένο φίλο του, άγνωστο στον Σταύρο, ώστε αυτός να μην υποψιαστεί τίποτε; Ή μήπως πράγματι ήταν άγνωστος και ξένος και γνώριζε ότι εκεί στην αμμούδα του, οι Άγγλοι, τότε που φυγαδεύονταν από τα μέρη τους για τη μέση Ανατολή, είχαν παραχώσει τίποτε τενεκέδες λίρες; Διαφορετικά πώς να πιστέψει πως ένας ξένος ήθελε να αγοράσει το άχρηστο  παραλιακό χωράφι του και μάλιστα προσφέροντας τόσα πολλά λεφτά; Τριακόσιες χιλιάδες δραχμές ντούκου του πρόσφερε. Το άκουσε και δεν το πίστευε, αμφιταλαντευόταν για λίγα λεπτά της ώρας και το μυαλό του έπαιρνε στροφές, πολλές στροφές, τόσες πολλές που του έφερναν ζάλη, ίλιγγο, και τελικά είπε:
-Μια στιγμή, να ρωτήσω τη γυναίκα μου, μια στιγμή, δικό της είναι, προίκα της.
Μπήκε στο σπίτι του αφήνοντας τον αγοραστή να περιμένει έξω στην αυλή,  ακουμπώντας λοξά με το σώμα του πάνω στο αυτοκίνητό του. Ύστερα από πέντε λεπτά περίπου πρόβαλε από την πόρτα του χαμόσπιτου μαζί με την Παναγιώτα, την γυναίκα του, που κρατούσε στην αγκαλιά της την κόρη τους την Άννα, που τότε ήταν βυζανιάρικο.
«Ισύ, θελ’ ς το χωράφ’ μας;», ρώτησε στα χωριάτικα η Παναγιώτα. «Και τι θα το κάν’ ς, δεν είναι για τίποτις αυτό», συμπλήρωσε.
Τον ρώτησε τι θα το έκανε για να μάθει και η ίδια, να τον ψυχολογήσει, να τον ζυγίσει και ανάλογα να παζαρέψει μαζί του. Κάτι θα είχε στο μυαλό του αυτός, δεν θα ερχόταν έτσι στα καλά καθούμενα να δώσει τόσα πολλά χρήματα για την αμμούδα, σκεπτόταν. Κάπως θα το χρησιμοποιούσε για να κερδίσει, δεν μπορεί, να είναι χαζός αυτός; Απ’ την άλλη μεριά, εμείς μπορεί να είμαστε χωριάτες, αλλά μυαλό μας περισσεύει, αν και απ’ το πολύ μυαλό μπορεί να κάνει κανένας μεγάλη κουτουράδα. Με τις σκέψεις αυτές που έκανε η Παναγιώτα έδειχνε πως συμφωνούσε με όλες τις ιδέες, τις αμφιβολίες και τις υποψίες που της είχε μεταδώσει ο Σταύρος. Όλα τα ενδεχόμενα που περνούσαν απ’ το μυαλό του, τα είχε πει στη γυναίκα του μέσα στα λίγα λεπτά της ώρας που βρέθηκαν στο δωμάτιό τους. Μάλιστα στα τελευταία δευτερόλεπτα της είπε, πως θα ήταν μεγάλη τύχη γι’ αυτούς να πουλήσουν σ’ αυτή την εξωφρενικά υψηλή τιμή το άχρηστο χωράφι τους. Σ’ αυτά τα τελευταία λόγια του η Παναγιώτα είχε απαντήσει: «Αν πράγματι του θέλ’, αν του έχ’ ανάγκ’, τότε να το πάρ’, αλλά ας δώσ’ κάτι παραπάν’. Και ας το κάν’  ό,τ’ τουν καπνίσ’».
Ο αγοραστής επανέλαβε και στην Παναγιώτα όσα είχε πει προηγουμένως στον Σταύρο, για το λαχείο και για την αρρώστια του.
-«Αν μας δώησ’ οκτακόσιες χιλιάδις να το πάρ’ ς», αποφάσισε η Παναγιώτα.
-«Πολλά είναι κυρά μου, πολλά είναι.., φτωχός άνθρωπος είμαι κι εγώ», διαμαρτυρήθηκε.
-«Άμα θέλ’ ς, άμα δεν θέλ’ ς, άσε μας κι εμάς στη φτώχεια μας», το έκοψε απότομα η ιδιοκτήτης, μπλοφάροντας και διακινδυνεύοντας την αρνητική απόφαση του αγοραστή.
«Ο κιτρινιάρης είδε και απόειδε, τον είδα να ζορίζεται, αλλά τελικά αποφάσισε να  αγοράσει την αμμούδα μας, τόσο αποφασισμένος και τόσο καλά ενημερωμένος ήταν, φαίνεται. Μας μέτρησε εξακόσιες χιλιάδες δραχμάς στο Συμβολαιογράφο, όσα ήταν η συμφωνία  στην οποία κατέληξαν οι διαπραγματεύσεις του με την Παναγιώτα. Μάλιστα ήταν τόσο ευχαριστημένος που μας υποσχέθηκε πως θα έρχεται συχνά να μας βλέπει και πως έτσι θα γινόμασταν  οικογενειακοί φίλοι. Από τότε δεν τον ξαναείδαμε. Δεκαπέντε περίπου χρόνια αργότερα μάθαμε από τους συγχωριανούς μας, μια που εμείς  είχαμε φύγει τότε  απ’ το χωριό, πως έκτισε ένα,  ένα όμορφο τριώροφο Ξενοδοχείο στη θέση της αμμούδας. Μάλιστα άνθρωποι που ήξεραν καλύτερα μας είπαν πως δεν το είχε κτίσει ο ίδιος ο κιτρινιάρης. Αυτός, έλεγαν, το είχε μεταπουλήσει σε άλλον, κερδίζοντας ίσως περισσότερα και από το πολλαπλάσιο από όσα το είχε αγοράσει από μας. Με άλλα λόγια είχε κάνει την καλή. Αυτό, φαίνεται, πως αυτός το είχε σκεφτεί και το είχε σχεδιάσει από την αρχή. Ήταν τόσο καλά πληροφορημένος και άρα πολύ σίγουρος, πως θα άλλαζαν θεαματικά τα πράγματα στη Χαλκιδική, πως  θα  ερχόταν ο Τουρισμός, ο οποίος θα επηρέαζε προς τα πάνω τις τιμές όλων των ακινήτων και ιδιαίτερα τις τιμές των παραλιακών χωραφιών κι ας ήταν όλα αμμούδες.  Από πού να του ξέρουμε όμως ημείς αυτό, σκέτα χαϊβάνια ήμασταν τότι. Αυτό ήταν που απ’ την αρχή μ’ έκανι διστακτικό να αποφασίσω να του π’λήσουμι αμέσους. Κάτι περνούσι απ’ το μυαλό μ’, σαν να δουκίζουμαν πως κάτι έκρυβι εικείνους ου κιτρινιάρ’ς, αλλά δε μπόρισα να του συλλάβου. Πήγα κι του είπα στ’ Παναγιώτα κι εκείν’ δε κρατιόταν ώσπου να πάρ’ το παραδάκ’. Βιαζόταν να γίν’ πρωτευουσιάνα. Γι αυτό λέου, αν δεν το είχα π’λήσ’», ξαναείπε ο κυρ Σταύρος, «Α, ρε, και να μην το είχα π’λήσ’ τότι».

Τότε όλοι οι συγχωριανοί τους, οι συγγενείς και οι φίλοι τους, τους καλοτύχιζαν που πήραν τόσα πολλά χρήματα πουλώντας την αμμούδα.  Σίγουρα πολλοί τους ζήλευαν ή και τους φθονούσαν ακόμα. Ο Σταύρος ήταν συγκρατημένος και ψύχραιμος, αλλά το μυαλό του δεν άργησε να τον απασχολεί και να τον  βασανίζει σχετικά  με τη  διαχείριση των χρημάτων. Ποια να ήταν άραγε η καλύτερη τοποθέτησή τους; Δεν  έφθανε όμως μόνο αυτό. Το μεγάλο πρόβλημά του ήταν η Παναγιώτα, η οποία απ’ τις πρώτες μέρες της είσπραξης των χρημάτων άλλαξε εντελώς. Άρχισε να μεγαλοπιάνεται και να μην υπολογίζει τον ίδιο καθόλου. Δεν καταδεχόταν πια  τις, ως τότε, φιλενάδες της, όλα τα  κορίτσια  με τα οποία είχε παίξει και είχε  μεγαλώσει μαζί τους στο χωριό. Δε μιλούσε σε κανέναν και δεν γύριζε να δει κανέναν από τους συγχωριανούς της και ιδιαίτερα  τους συγγενείς της και τους γονείς της, που την προίκισαν με ένα άχρηστο χωράφι. Τώρα δεν τους είχε ανάγκη. Μόνη της, με την εξυπνάδα της, το αξιοποίησε. Κάθε κίνηση των συγγενών της να την πλησιάσουν, την παρεξηγούσε, την εκλάμβανε ως προσπάθεια να την καλοπιάσουν και να της ζητήσουν δανεικά. Τον πρώτο καιρό το έριξε στα  λούσα, αρώματα, ακριβά ρούχα και παπούτσια και γι’ αυτό κάθε λίγο και λιγάκι, έπαιρνε το λεωφορείο και έφευγε με τα παιδιά στη Θεσσαλονίκη και επέστρεφε ύστερα από δυο τρεις μέρες. Η συγκοινωνία με τη Θεσσαλονίκη τότε γινόταν με λεωφορείο δυο φορές την εβδομάδα, κάθε Τετάρτη και κάθε Σάββατο. Μια μέρα ταξίδι τα εκατό χιλιόμετρα, πονούσε η μέση σου από το ταρακούνημα του αυτοκινήτου στις λακκούβες. Κάποια φορά, επιστρέφοντας από το ταξίδι, δήλωσε προς τον Σταύρο πως αμετάκλητη απόφασή της ήταν  να μετακομίσουν στη Θεσσαλονίκη. Είχε τα επιχειρήματά της. «Με τα λεφτά μ’  θα αγοράσουμι ένα σύγχρουνου διαμέρισμα στη πόλ’.  Ικεί, τα πηδιά θα πάν’ σε καλύτερα σχουλεία, θα έχουν καλύτερους δάσκαλους και πιο καλές παρέες και θα μορφωθούν, θα γίνουν επιστήμουνες. Ικεί θα έχουμε κι ’μεις τις ανέσεις μας, τη ζεστασιά μας, τα καθαρά ρούχα μας, τα φρούτα μας,  χ’μώνα, καλοκαίρ’ κι βέβια το σινεμά και το θέατρο, όπουτι θέλουμε. Θα βρεις και συ καμιά καλή δ’λίτσα  να κάν’ς, δεν θα κάθισαι με σταυρουμένα χέρια, έχ’ πουλλές δ’λειές ικεί και θα ’μαστε μια χαρά, δεν θα μας λείπ’ τίποτις».
Ο Σταύρος δίσταζε. Πού να αφήσει τη σειρά του στο χωριό, τους παιδικούς του φίλους και τα λίγα άλλα χωραφάκια που τα έκανε μόνος του, ξεπατώνοντας δασικές εκτάσεις παλιότερα, όταν το επέτρεπε το δασαρχείο. Στο χωριό έβρισκε και κανένα μεροκάματο και τα έφερνε βόλτα μια χαρά. Στο χωριό είχε τους δικούς του φίλους με τους οποίους βρισκόταν σχεδόν κάθε βράδυ στο καφενείο και περνούσαν ευχάριστα την ώρα τους καπνίζοντας, συζητώντας, παίζοντας χαρτιά, ξερή, κολτσίνα ή σκαμπίλι. Του άρεσε η παρέα τους και αν έφευγε στη Θεσσαλονίκη θα τους έχανε. Με ποιους θα έκανε παρέα στη μεγάλη πόλη; Στη Θεσσαλονίκη αυτός ήθελε να πηγαίνει αραιά και που με αφορμή κάποιο γεγονός, όπως όταν γινόταν κανένας σπουδαίος ποδοσφαιρικός αγώνας ή τον καιρό της Έκθεσης κάθε Σεπτέμβριο. Του άρεσε ιδιαίτερα η μαύρη μπύρα που δεν την εύρισκε κανείς αλλού και σε άλλη εποχή. Η Παναγιώτα όμως επέμεινε;: «Θα μετακουμίσουμι στη Θεσσαλονίκη, οπωσδήποτε κι γρήγουρα», επέμενε και τελικά τον κατάφερε τον κύριο Σταύρο.

Στο ισόγειο μιας νεοαναγειρόμενης πολυκατοικίας στη Βασιλίσσης Όλγας αγόρασαν με τα μισά χρήματα που είχαν ένα διαμέρισμα, δυάρι ήταν. Τους φάνηκε παλάτι κι ας ήταν μόνο ογδόντα τετραγωνικά μέτρα και ας έβλεπε στην πρασιά. Είχε δυο δωμάτια μια κουζίνα και ένα στενόμακρο σαλόνι. Διακόσιες χιλιάδες τους πήραν για τα έπιπλα, τα κουζινικά και  όλη την οικοσκευή. Τις υπόλοιπες εκατό χιλιάδες τις έβαλαν στην τράπεζα, να υπάρχει κάτι στην άκρη για κάθε ενδεχόμενο. Εκεί στο ίδιο διαμέρισμα μένουν ακόμη ο κυρ Σταύρος με την Παναγιώτα του. Τα παιδιά τους μεγάλωσαν και έφυγαν. Ο γιος τους, ο Τάκης, είχε μια δύσκολη  εφηβεία, ήθελε να γίνει μεγάλος ποδοσφαιριστής και αφού  περιπλανήθηκε σε πολλές ομάδες της πόλης και κατάλαβε πως δεν θα γινόταν ποτέ αστέρας πρώτου μεγέθους, όπως του έλεγαν διάφοροι ειδικοί, κατέληξε μόνιμος επιλοχίας στο στρατό. Καλά περνάει. Μέχρι τώρα έχει γυρίσει όλη την Ελλάδα, ακόμη και στο Κόσσοβο πήγε. Η θυγατέρα τους, η Άννα, που ήταν μεγαλύτερη και έπαιρνε κάπως τα γράμματα, έγινε δασκάλα. Παντρεύτηκε και δάσκαλο και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην  Αττική, δάσκαλοι στο Μαρκόπουλο. Ζουν πολύ καλά. Έχουν δυο μισθούς , έχουν και το σπιτάκι τους, μονοκατοικία που την αγόρασαν με την προίκα της Άννας. Ναι, η Άννα πήρε για προίκα το χωράφι του Σταύρου, που ήταν στα ψηλώματα και όχι κοντά στην παραλία. Και αυτά τα απομακρυσμένα από τη θάλασσα χωράφια πήραν αξία. Το δικό τους ήταν ευάερο και ευήλιο με πολλή καλή θέα. Έτσι πήγε και εκείνο το χωράφι μαζί με τις λίγες ελιές που είχε φυτέψει ο Σταύρος στα νιάτα του. Τα χρήματα δεν πήγαν χαμένα, έπιασαν τόπο, αλλά ο Σταύρος και η Παναγιώτα έμειναν δυο κούκοι, μόνοι τους στο σπίτι.
Δεν ήταν άσχημη η πορεία των παιδιών τους. Ο κυρ Σταύρος είναι ευχαριστημένος, το πρόβλημα το έχει η Παναγιώτα, η οποία πίστευε,  είχε τη φιλοδοξία τέλος πάντων,  τα παιδιά τους να γίνουν γιατροί και δικηγόροι. Όταν πολλές φορές ο κυρ Σταύρος την τσιγκλάει λέγοντας: «Διάνοιις ήταν τα πηδιά μας και θα σπούδαζαν τ’ς δύσκολις επιστήμς ή είχαν να μοιάσουν κάποιουν απ’ την οικογένειά μας;» Τότε η Παναγιώτα εκνευρίζεται και απαντάει: «Αν έμοιαζαν ιμένα οπωσδήποτι θα ήταν διαφορετικά. Εγώ, βρε ανεπρόκοπι, δεν πούλ’σα  τ’ν αμμούδα για χρυσό ή του ξέχασις; Αλλά πήγαν και έμοιασαν ισένα, τον χαζοφιλότιμου που θεουρείς κατόρθωμα που έγινες θυρουρός».
Πράγματι ο κυρ Σταύρος στα πρώτα χρόνια είχε προσπαθήσει να πιάσει δουλειά στην Εταιρεία Έσω-Πάππας, αλλά όταν τον έβαζαν να σπρώχνει καρότσια μέσα στο κρύο ή μέσα στη κάψα του καλοκαιριού, σηκώθηκε και έφυγε. Δοκίμασε στις οικοδομές, αλλά και εκεί δεν άντεξε για πολύ. Εντελώς τυχαία βρήκε τη θέση του θυρωρού στην πολυκατοικία όπου εργάζεται ως τώρα, αφού πλήρωσε ένα σημαντικό ποσόν για  «αέρα», στον προηγούμενο θυρωρό και σ’ αυτόν που μεσολάβησε για να βρεθεί η θέση. Το γεγονός αυτό και το ποσόν των χρημάτων, εννοείται, πως δεν το έμαθε ποτέ η κυρία Παναγιώτα. Ήταν από τα δικά του χρήματα, τα οποία είχε βάλει στην άκρη από τις δουλειές που έκανε στα λίγα προηγούμενα χρόνια. Τώρα είναι ευχαριστημένος από τη δουλειά του και δεν μετάνιωσε για εκείνη τη χειρονομία του. Εδώ γνώρισε πολλούς και αξιόλογους  ανθρώπους, οι οποίοι τον εκτιμούν και τον εμπιστεύονται. Είναι άνθρωποι επιχειρηματίες, οικογενειάρχες, επιστήμονες που μένουν εδώ ή έχουν τα γραφεία τους.  Με όλους αυτούς συνεργάζεται, συναλλάσσεται μαζί τους και  τους εξυπηρετεί με προθυμία. Σε αντάλλαγμα έχει την αγάπη τους, σχεδόν το σεβασμό τους προς το πρόσωπό του. Αυτό είναι που τον κρατάει ακόμα στη δουλειά, διαφορετικά θα μπορούσε να έχει βγει στη σύνταξη, αν υπολόγιζε και τα δύο χρόνια του στρατού. Καμιά φορά παραπονιέται όταν κάποιοι καθυστερούν να τον πληρώσουν, ιδιαίτερα μερικοί είναι κακοπληρωτές, αλλά τώρα τους γνωρίζει όλους πολύ καλά και βέβαια δεν έχει χάσει ποτέ τα λεφτά του.  «Ο κάθε άνθρωπος έχει τις σκοτούρες του και τα δικά του προβλήματα και τις δυσκολίες. Ε, είναι φυσικό να ξεχνιέται κιόλας καμιά φορά», τους δικαιολογεί.
«Α, ρε, και να μην το είχα πουλήσει», ξαναλέει ο θυρωρός κυρ Σταύρος και αναστενάζει. «Μπορεί τώρα να έμεινα στο Πανόραμα, μπορεί να είχα γίνει μεγάλος και τρανός ξενοδόχος, μπορεί να είχα ενοικιαζόμενα διαμερίσματα και να δούλευα μόνο έξη μήνες το χρόνο και να έμενα ακόμα στο χωριό εκεί στον καθαρό αέρα και όχι μέσα στο καυσαέριο της Τσιμισκή και της Βασιλίσσης Όλγας. Ένα σωρό διαφορετικά πράγματα θα ήταν δυνατόν να έχουν συμβεί. Αλλά το πούλησα στον κιτρινιάρη. Τι να έγινε άραγε εκείνος ο άνθρωπος, ούτε ρώτησα τότε, από πού κρατάει η σκούφια του. Τέλος πάντων, ας είναι καλά. Πάλι καλά είμαστι κι μεις», παρηγορήθηκε.
Θυμήθηκε πάλι την Παναγιώτα, που εδώ και λίγα χρόνια έχει γίνει ανυπόφορη. Κατ’ αρχήν ζυγίζει πάνω από εκατό κιλά και δεν θέλει να ακούσει ούτε για δίαιτα, ούτε για γιατρούς και ας είναι η πίεσή της ακατέβατη στα είκοσι και ας παίρνει με τη χούφτα καμιά δεκαριά χάπια την ημέρα. Άλλα για τη πίεση, άλλα για την καρδιά και άλλα για το ζάχαρο. Κάθε τόσο ο κυρ Σταύρος πηγαίνει στο ΙΚΑ και παίρνει τις συνταγές από τους γιατρούς. «Να κάν’ς ισύ δίητα, ιγώ παίρνου φάρμακα», δικαιολογείται, « θα πειράξουν το στομάχι μ’, αν δεν φάου κάτι τις». Αλλά δεν τρώει το κάτι τις, αυτή κατεβάζει τον αγλέωρα και φετάρες το  ψωμί.  Της έχει μείνει από τότε που ήταν πιτσιρίκα και η μάνα της τής έδινε να τρώει, σχεδόν κάθε μέρα,  μια μεγάλη φέτα ψωμιού πασπαλισμένη με ζάχαρη. Την έτρωγε ολόκληρη και ζητούσε και άλλη, αλλά ακολουθούσε άρνηση, αφού η καψερή η μάνα της είχε και άλλα πέντε παιδιά να χορτάσει.. «Ιγώ  έτσ’  μιγάλουσα», την ακούει να δικαιολογείται., λες και ο Σταύρος μεγάλωσε με παντεσπάνι. Υποφέρει από τα πόδια της, η καημένη. «Υποφέρου από τα πόδια μ’, τα γόνατά μ’ είναι συνεχώς πρησμένα, δεν τα ουρίζου και δε ξέρου πού να τα βάλω τις νύχτες», διαμαρτύρεται, όταν ο Σταύρος της μεταφέρει τις συμβουλές και τις εντολές των γιατρών. «Πρέπει να κινείται, να περπατάει καθημερινά και να κόψει το πολύ φαΐ, κύριε Σταύρο, διαφορετικά δεν πρόκειται να χάσει ούτε κιλό, οπότε  θα έχει άσχημο τέλος». Πού να ακούσει η Παναγιώτα. Αντί να συμμαζευτεί και να προσέχει άλλο τόσο ξεφεύγει και παρεκτρέπεται και επιπλέον τον αποπαίρνει και από πάνω. Τον μαλώνει και του λέει πως αργεί να επιστρέψει στο σπίτι, ότι την αφήνει μόνη της να υποφέρει και ότι μπεκρουλιάζει στο καφενείο κάθε βράδυ.  Δεν την αντέχει άλλο πλέον ο κυρ Σταύρος.
Γι’ αυτό κάθε απόγευμα, ύστερα από το λιτό μεσημεριανό του, κατά τις έξη φεύγει για το καφενείο της γειτονιάς του. Εκεί μαζεύονται όλοι οι γείτονες, συνήθως συνταξιούχοι δημόσιοι και δημοτικοί υπάλληλοι, δάσκαλοι, πρώην χωροφύλακες και οικοδόμοι. Έχουν γίνει φίλοι, γνωρίζονται πολύ καλά μεταξύ τους. Κάθονται με τις ώρες στο καφενείο, καπνίζουν, κουτσoπίνουν ούζο ή τσίπουρο και παίζουν χαρτιά, όπως παλιά στα χωριά τους. Οι περισσότεροι είναι από χωριά που ήρθαν εδώ από χρόνια. Περνούν την ώρα τους, σχολιάζουν τα γεγονότα της γειτονιάς και  κουτσομπολεύουν τους πάντες και τα πάντα, από τις νοικοκυρές ως τις νεαρές κοπέλες που τις ξέρουν από μωρά. Τις ζηλεύουν που μεγάλωσαν τόσο γρήγορα και έγιναν όμορφα κορίτσια της παντρειάς και που βγαίνουν πάντοτε αργά για διασκέδαση, την ώρα που οι ίδιοι επιστρέφουν στο σπίτι τους να κοιμηθούν νωρίς, μια και το πρωί, ξυπνούν από τα χαράματα, χωρίς να έχουν να κάνουν καμιά σπουδαία δουλειά. Συχνά διαφωνούν για τα πολιτικά, πιάνονται για τα χαρτιά ή για τα ποδοσφαιρικά και φωνάζουν με τις ώρες έως ότου επεμβαίνει ο καφετζής τους, ο κυρ Θόδωρος, που τους συνιστά ηρεμία και σιγά σιγά αποκαθίσταται η τάξη. Στον κύριο Θόδωρο πειθαρχούν περισσότερο, δε θέλουν να τον μπλέξουν με την αστυνομία.  Αν γίνει διατάραξη της κοινής ησυχίας, αυτός θα τραβιέται και είναι κρίμα, μεγάλοι άνθρωποι αυτοί, να δημιουργούν τέτοια προβλήματα. Καμιά φορά όμως κάτω από την επήρεια του τσίπουρου, το παρακάνουν, ανεβάζουν τους τόνους και φτάνουν στα άκρα, ξεστομίζοντας βρισιές και προσβλητικά λόγια. Τότε είναι που βγαίνουν στην επιφάνεια απωθημένα του ενός τόπου καταγωγής εναντίον του άλλου, της μιας περιοχής εναντίον της άλλης. Άντε, ρε παλιολλαδίτη, που ήρθες εδώ και  χόρτασες ψωμί ο ένας, άντε από δω, ρε Κριτίκαρε, να σχωρνάς τον Βενιζέλο που σ’ έκανε χωροφύλακα, ο άλλος.  Παγανέλι και οργανοπαίχτη ο ένας, σωματέμπορε ο άλλος, λόγια που ποτέ δεν θα τα ξεστόμιζαν σε στιγμές νηφαλιότητας. Παρόλα αυτά την άλλη μέρα τα ξεχνούν όλα, ξαναμονοιάζουν και στρώνονται πάλι στα χαρτιά.

Α, ρε, και να μην του είχα π’λήσ’, ούτι που θα τους πλησίαζα αυτούς όλους, ούτε που θα βλέπανε, τι Χριστούγεννα θα έκανα, ξαναλέει ο κυρ Σταύρος και σηκώνεται από το πόστο του. Είχε τελειώσει και το τρίτο τσιγάρο..